Κατηγορία: Κριτικές

admin-sg
11/05/2025
Ο Αρης Γραικούσης και η ευφορία της μουσικής

άββατο βράδυ,  στο Ατενέουμ δεν πέφτει καρφίτσα. Είμαστε στην οδό Αδριανού, στο Θησείο, ολόγυρα είναι τα γνωστά εστιατόρια και η συνήθης κοσμοσυρροή, αλλά μέσα στην αίθουσα συναυλιών του Ατενέουμ νιώθαμε σαν μέσα σε ένα προστατευμένο σπήλαιο. Είναι ένας πολύ ζεστός χώρος, ποτισμένος από πολλές παρουσίες, ακόμη και ο συνδυασμός του κόκκινου τούβλου στον τοίχο της σκηνής πίσω από το μαύρο Steinway δεν ενοχλούσε.

Υπήρχε μία «συνεννόηση» αλλά και προσμονή για το ρεσιτάλ του Αρη Γραικούση. Είχα ακούσει τον Αρη Γραικούση πέρσι τον Απρίλιο στον «Παρνασσό» σε ένα προσωπικό ρεσιτάλ του με κλασικά κομμάτια. Στο δεύτερο μέρος, είχε ερμηνεύσει τις «Εικόνες από μια έκθεση» του Μουσόργκσκι με ένα τέτοιο εσωτερικό τρόπο, που η ατμόσφαιρα είχε πυκνώσει εντυπωσιακά. Ημουν, δηλαδή, υποψιασμένος καθώς προσερχόμουν για να ακούσω τους «Μουσικούς Συσχετισμούς», ένα πρόγραμμα που ήταν προσωπική του σύλληψη, ελκυστική όσο και ριψοκίνδυνη, καθώς ήταν μία τολμηρή σύνθεση διαρκούς ροής μίας αγαπημένης ανθολογίας.

 

Αυτό που εισέπραξα ήταν ένας καταιωνισμός μελωδίας, από έναν κήπο προσωπικών επιλογών, από τον Αλμπένιθ, τον Σοπέν και τον Ραχμάνινοφ ως τον Χατσατουριάν και τον Ντεμπυσσύ, και ανάμεσα ένας οπωρώνας από ακούσματα χωνεμένα στις πιο βαθιές σπείρες μιας μουσικής μνήμης, σε μία δίνη βελούδινης απόλαυσης και σχεδόν επώδυνης ομορφιάς. Αν βάλει κανείς σε μία μουσική σήραγγα μελωδίες του Γαρδέλ, του Αττίκ, του Μορρικόνε, του Πιατσόλα, του Νίνο Ρότα, του Γιαν Τίρσεν και ανάμεσα εκείνα τα σπαρακτικά μιας διαρκούς νεότητας, δηλαδή το «Io che amo solo te» του Σέρτζο Εντρίγκο ή το αιώνιο «Les feuilles mortes», αισθάνεται στο τέλος παραδομένος σε αυτό που μόνο η μουσική μπορεί να επιτύχει. Στην πλήρη αναδιάταξη των αισθήσεων, στη λήθη και στον εγκεφαλικό αισθησιασμό.

Είναι μία πράξη αρχιτεκτονικής (ως προς τη σύνθεση του προγράμματος) αλλά και μία χειρονομία προσφοράς αυτό που προσφέρει ο Αρης Γραικούσης. Ως πιανίστας είναι εντυπωσιακά αυτάρκης, με τα σωστά ρήγματα, τιςπαύσεις, τις ανάσες και τη ζυγισμένη θεατρικότητα.

Καθώς έπαιζε έσκυβε σε ένα εσωτερικό τοπίο που εμείς δεν βλέπαμε αλλά εισπράτταμε ως θεαματικό. Και έπειτα, ήταν η φωνή. Δεν τον είχα ξανακούσει να τραγουδάει. Το πρώτο τραγούδι που είπε ήταν το «El dia que me quieras» του Κάρλος Γαρδέλ από το 1935, και μετά, πάλι του Γαρδέλ του «Por una cabeza» από την ίδια εποχή, δύο τραγούδια που αποθεώνουν το τάνγκο του μεσοπολέμου. Αλλά η ερμηνεία του Αρη Γραικούση, με εκείνη τη βαθιά, δουλεμένη φωνή που σκάβει μέσα σου και ανοίγει αφανείς διαύλους, έδινε πίσω στο κοινό τα τραγούδια ως δώρα. Σε όποια γλώσσα τραγούδησε, προκάλεσε ρίγος. Ηταν το αίσθημα, ο στόχος και το μέσον. Στα ελληνικά είπε το κλασικό τραγούδι της Ελένης Καραϊνδρου «Το τραγούδι της λίμνης» αλλά και Αττίκ («Ζητάτε να σας πω», «Κι αν βγουν αλήθεια»). Στα αγγλικά, το σπαρακτικό «Smile» από την ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν «Modern Times», στα ιταλικά το «Io che amo solo te», στα γαλλικά το «Les feuilles mortes»…

 

Στο τέλος, ήμασταν όλοι μέσα σε ένα κουκούλι συγκίνησης και ομορφιάς. Σπάνια, βλέπει κανείς τέτοια αφοσίωση προς το κοινό αλλά και τέτοιον αυτοσεβασμό. Αυτό που επέτυχε ο Αρης Γραικούσης με τη συναυλία του στο Ατενέουμ (27.2.16) ήταν να προσφέρει ένα μοντέλο συγκερασμού της υψηλής ποιότητας με τη βαθιά απόλαυση προς ένα γενικό κοινό που αγαπά τη μουσική. Οι επευφημίες που εισέπραξε ήταν απολύτως δίκαιες, ήταν μία έκφραση ευγνωμοσύνης. Για όση ώρα ήμασταν στη συναυλία, αναβαπτιστήκαμε σε κάτι ωραίο, έντιμο και ευγενές. Το πρόγραμμα που ετοίμασε ο Αρης Γραικούσης έχει μέλλον και θα έπρεπε να αναπαράγεται ακόμη και σε σχολεία ως ανάχωμα στον μουσικό εκβαρβαρισμό.

Νίκος Βατόπουλος, Η Καθημερινή.

Read More
admin-sg
15/05/2018
Λαμπερά πνευστά, υποτονικά έγχορδα

Ρεσιτάλ με Μπετόβεν

Στις 26/4/2018 ο πιανίστας Αρης Γραικούσης έδωσε ένα θαυμάσιο ρεσιτάλ στο Ιδρυμα Θεοχαράκη. Ο Ελληνας μουσικός επέλεξε να παρουσιάσει ένα πρόγραμμα υπό τον τίτλο «L. V. Beethoven: Στη Βασιλεία του Ντο». Μεταξύ άλλων το ρεπερτόριο της βραδιάς περιλάμβανε δύο από τις διασημότερες –και δυσκολότερες- σονάτες του κορυφαίου Γερμανού συνθέτη.

Με δεδομένη τη θλιβερή κατάντια της αθηναϊκής μουσικής όσον αφορά την παρουσίαση βασικού πιανιστικού ρεπερτορίου, η επιλογή υπήρξε ευπρόσδεκτη και πολύτιμη˙ υπήρξαν δε στιγμές που, στοιβαγμένοι καθώς ήμαστε στην υπόγεια, χαμηλοτάβανη αίθουσα, αισθανθήκαμε –μεταξύ αστείου και σοβαρού!– κάπως σαν τους χριστιανούς της εποχής των ρωμαϊκών διωγμών που λάτρευαν κρυφά στις κατακόμβες τον απαγορευμένο θεό τους…

Ο Γραικούσης έπαιξε το «Ρόντο, op.51, αρ.1», τη «Σονάτα αρ.8, Παθητική, op.13», τις «32 Παραλλαγές, WoO 80» και τη «Σονάτα αρ.21, Βάλντσταϊν, op.53». Παλινδρομώντας αριστοτεχνικά μεταξύ αφ’ ενός της ελαφράδας και της κομψότητας του μοτσάρτειου ροκοκό και, αφ’ ετέρου, της πρωτορομαντικής εκφραστικής δριμύτητας του κινήματος «Θύελλα κι ορμή», το παίξιμό του διέθετε συνολική εποπτεία της δραματουργίας εκάστου έργου, σε βάθος αντίληψη του μουσικού του συντακτικού, περισσή εκφραστική αυτοπεποίθηση, ψαγμένη έκφραση και τόλμη.

Παρά κάποια σποραδικά ολισθήματα και στιγμιαία κομπιάσματα/χάσματα, που φανέρωναν τα όρια των υψηλών επιδόσεών του, ο έμπειρος πιανίστας ήξερε πολύ καλά πώς να οργανώνει σε νοηματικά ιεραρχημένες παραγράφους τη ροή της κυρίαρχα διανοητικής γραφής του Μπετόβεν, διαφοροποιώντας ευφυώς και με ευαισθησία ταχύτητες και δυναμικές, παρεμβάλλοντας προσεκτικά ζυγιασμένες στίξεις, ποικίλλοντας και νοηματοδοτώντας το παίξιμό του με μεταπτώσεις του τύπου τραχιά/απαλά, άγρια/τρυφερά, ορμητικά/διστακτικά κ.λπ.

Επιπλέον υπογράμμισε και υπηρέτησε κάθε κομμάτι με επιλογή διαφορετικού φάσματος έκφρασης και εκτέλεσης: το ανάλαφρο «Ροντό» παίχτηκε τρυφερά/στοχαστικά, οι δομικού/μαθηματικού ενδιαφέροντος «32 Παραλλαγές, WoO 80» δόθηκαν με δεξιοτεχνική δεινότητα, κομψότητα και αλά Μπαχ αποστασιοποίηση, ενώ στις δυο μεγάλες σονάτες δέσποσε η ορθολογικά οργανωμένη εκτόνωση του ανήμερου πρωτορομαντικού πάθους.

Γιάννης Σβώλος, Εφημερίδα των Συντακτών

Read More
This website uses cookies to improve your experience. Cookie Policy